Γνωστική – Συμπεριφορική Θεραπεία και/στις Διατροφικές Διαταραχές

Η Γνωστική-Συμπεριφορική θεραπεία έγινε πια μια από τις πιο δημοφιλείς και ισχύων μορφές της ψυχοθεραπείας, από τη μία για τη σύντομη διάρκεια της σε σχέση με τη ψυχαναλυτική ή ανθρωπιστική ψυχοθεραπεία, και από την άλλη για την ικανότητα της να χειρίζεται ένα ποικίλο αριθμό προβλημάτων. Κάποιες φορές η Γνωστική-Συμπεριφορική θεραπεία παίρνει μόνο μερικές συνεντεύξεις, αλλά πιο συχνά διαρκεί για 20 ή 30 συναντήσεις, σε τέσσερις με έξι μήνες. Το μάκρος της θεραπείας εξαρτάται από την σοβαρότητα και τον αριθμό προβλημάτων του ασθενή. 

Η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία είναι επικεντρωμένη στη συνειδητοποίηση από τον ασθενή της διαστρέβλωσης με την οποία συλλαμβάνει και υποφέρει τα δύστυχα γεγονότα της ύπαρξης του. Πρόκειται για μια ψυχολογική τεχνική που στοχεύει να καταργήσει ή να σκιάζει τα αγχώδη ή/και καταθλιπτικά συναισθήματα του ασθενή, επιτρέποντας του να προβληματιστεί γύρω από τη βάση των σκέψεων του που συνοδεύουν αυτά τα συναισθήματα του, και να αντικαταστήσει τις συγκεκριμένες σκέψεις με άλλες θετικότερες από αυτές. 


Θέτοντας το πιο αναλυτικά, η Γνωστική Θεραπεία βασίζεται στην υπόθεση ότι κάποια από αυτά τα συναισθήματα δημιουργήθηκαν από μια στάση μη πραγματική του ατόμου, ή από μια διαστρέβλωση της αντίληψης του όσον αφορά τις λαμβανόμενες πληροφορίες, τονίζοντας τον αρνητικό τους χαρακτήρα, και διατηρώντας τις σε ένα εσωτερικό ασύμφορο μονόλογο. Σύμφωνα με τον A. T. Beck, αμερικάνο ιατρό επηρεασμένο από το ψυχαναλυτικό κίνημα, ο καταθλιπτικός ασθενής έχει μια λανθασμένη και μια απαισιόδοξη άποψη για τον εαυτό του, για τον κόσμο και για το μέλλον. Για να θίξει το ζήτημα της γνωστικής δυσλειτουργίας του ατόμου, ο θεραπευτής πρέπει κατά κάποιον τρόπο να μετατρέψει αυτά που το άτομο λέει για τον εαυτό του, και έτσι να το οδηγήσει να διατηρεί μέσα του πιο ρεαλιστικές σκέψεις. Βέβαια για να προβεί στη θεραπευτική διαδικασία ο θεραπευτής χρησιμοποιεί συμπεριφορικές μεθόδους, οι οποίες προτείνουν κάποιες ασκήσεις στον ασθενή (π.χ. να σημειώσει κάποιες πράξεις και τα συναισθήματα που τις συνοδεύουν) για να επιτευχθεί η γνωστική αναδιοργάνωση του. Μιλάμε τότε για τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, δίνοντας έμφαση στη νοητική διεργασία που ο θεραπευτής προσπαθεί να επεξεργαστεί. 

Κατά το DSM-IV, την ταξινόμηση των ψυχικών ασθενειών σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία, οι διαταραχές στην πρόσληψη τροφής αφορούν δύο σύνδρομα. Την ψυχογενή ανορεξία και την ψυχογενή βουλιμία. Η συμπεριφορά του ατόμου είναι πολύ διαφορετική από αυτήν του γενικού πληθυσμού, σε ότι σχετίζεται με την πρόσληψη τροφής. Για παράδειγμα, είναι πιθανόν κάποιος να παρουσιάσει ψυχογενή ανορεξία σε συνδυασμό με κατάθλιψη. Κατά τη συμπεριφοριστική θεωρία, η ψυχογενής ανορεξία οφείλεται στην εκμάθηση αρνητικών συμπεριφορών. Ως εκ τούτου, αν αλλάξουν οι συνεξαρτήσεις του φαγητού, μπορεί να βελτιωθεί και η σχέση του ατόμου με το φαγητό. Επίσης, σύμφωνα με την συμπεριφοριστική προσέγγιση η βουλιμία οφείλεται και αυτή σε αρνητικές μαθημένες συνεξαρτήσεις με το περιβάλλον. 

Ο όρος «Τροποποίηση Συμπεριφοράς» χρησιμοποιήθηκε από τους Ulman και Krasner και περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες και τεχνικές, όπως απευαισθητοποίηση, ενίσχυση κτλ. που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της συμπεριφοράς και έχουν ως στόχο τη διαφοροποίηση (τροποποίηση) των ανεπιθύμητων μορφών συμπεριφοράς. Πρόκειται για τεχνικές που στηρίζονται κυρίως σε γνωστικές θεωρίες για τα συναισθήματα και το άγχος. Με αυτές τις τεχνικές επιδιώκεται να οδηγηθεί το άτομο σε νέες εκτιμήσεις και ερμηνείες συμπεριφοράς του μέσω των συνθηκών του περιβάλλοντος του. Μέσω αυτών, το άτομο οδηγείται σε νέα πραγματιστική (ρεαλιστική) εκτίμηση των πραγμάτων και ωθείται στην αλλαγή της οδυνηρής κατάστασης και στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης του. 

Υπενθυμίζοντας ότι η βουλιμία συχνά ακολουθείται από συναίσθημα κατάθλιψης, αυτουποτίμησης και ενοχής, η πείνα σε τέτοιου είδους άτομο, δεν αντιστοιχεί σε μια φυσιολογική αλλά σε μια ψυχική ανάγκη. Αυτό που ζητά το άτομο δεν είναι να τραφεί αλλά να ικανοποιήσει μια «πείνα» της οποίας αγνοεί την προέλευση. Οι σύγχρονες μελέτες, τόσο στα πλαίσια της θεωρίας της μάθησης και των αντανακλαστικών, όσο και στην ψυχανάλυση, επισήμαναν ότι με την τροφή είναι συνδυασμένες η μητρική εικόνα και η τρυφερότητα. Ασυνείδητα λοιπόν, ο βουλιμιακός ψάχνει να ικανοποιήσει, τρώγοντας με ένα συμβολικό τρόπο, μια ανικανοποίητη ανάγκη για στοργή. Έτσι η βουλιμία μαρτυρεί γενικά κάποια νευρωσική κατάσταση, και συχνά βρίσκεται σε σύζευξη με την ψυχογενή (νευρωσική) ανορεξία.

Η αντιμετώπιση της ψυχογενής ανορεξίας αναφέρεται σε πλαίσια ιατρικά, ψυχοδυναμικά, συμπεριφοριστικά, δηλαδή μέσα από θεραπευτικές αντιμετωπίσεις που δίνουν έμφαση στο ίδιο το άτομο ή σε πλαίσια συστημικά όπου δίνεται έμφαση στη σχεσιοδυναμική της οικογένειας. 

Ας δούμε μια σύντομη αναλυτική περιγραφή των βασικών στοιχείων που αποτελούν τη Γνωστική-συμπεριφορική Θεραπεία: 

Αιτιολογία: Οι δυσκολίες του ασθενή οφείλονται σε διαταραγμένες και απροσάρμοστες συμπεριφορές που απόκτησε κατά την εποχή της ελλιπής μάθησης. Ο ασθενής είναι διαταραγμένος διότι κατέχει λανθασμένες πεποιθήσεις. Οι τελευταίες τον οδηγούν σε απροσάρμοστες προσδοκίες από τον εαυτό του, τους άλλους ή τον κόσμο, και έτσι ζει την αποτυχία και την συμφορά (γνωστική προσέγγιση). 

Θεραπευτική διαδικασία: Ότι έχει αποκτηθεί από την ελλιπή μάθηση, μπορεί να μετατραπεί με την εφαρμογή των αρχών της μάθησης (συμπεριφορική προσέγγιση). Οι λανθασμένες πεποιθήσεις μπορούν να εγκαταλειφθούν ή να μετατραπούν, και οι πιο θετικές ή οι πιο πραγματικές να αποκτηθούν (γνωστική προσέγγιση). 

Θεραπευτικές Τεχνικές:

Συμπεριφορικές – συστηματική ελάττωση της ευαισθησίας, ενδυνάμωση του Εγώ, τεχνικές που θα επηρεάσουν ηθικά ή/και διανοητικά τη συμπεριφορά του ατόμου. 

Γνωστικές – επανατοποθέτηση των παράλογων πεποιθήσεων, εξελικτική ανάλυση των γνωστικών δομών. 

Στάση του Θεραπευτή: Ενεργητική και κατευθυντήρια, αλλά σε μια σχέση συνεργασίας, όπου ο ασθενής επιλέγει ποια συμπεριφορά να αλλάξει και ο θεραπευτής διαλέγει και μαθαίνει στον ασθενή τους τρόπους της μετατροπής. 

Χαρακτηριστικά του ασθενή: Κάθε κοινωνικο-οικονομική τάξη και κάθε εθνική ομάδα. Ο ασθενής πρέπει να είναι κινητοποιημένος ως προς την μετατροπή και έτοιμος να συνεργαστεί στις προτεινόμενες εργασίες. Οι λεκτικές ικανότητες είναι λιγότερο απαραίτητες για τις συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες αλλά στις γνωστικές ψυχοθεραπείες οι λεκτικές και γνωστικές ικανότητες είναι αναγκαίες. 

Τελειώνοντας πρέπει να υπογραμμιστεί ότι καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς το προσωπικό αίτημα από το ίδιο το άτομο και την προσωπική κινητοποίηση του να θεραπευτεί. 

Πέρσα Κορφιάτη – Ειδική Εγγεγραμένη Ψυχολόγος-Διδακτ. Υποψ.

Korfiati, P. 2007, “Cognitive- Behavioural Therapy for Eating Disorders”. Cyprus Dietetic Association Newsletter Issue  No. 18 – Summer, pp:7-8

All rights are reserved by HealthyU ©